Αναμενόμενα αποτελέσματα

Οι συνθήκες που επικρατούσαν και επικρατούν στην Κρήτη και πουέχουν σχέση με το κλίμα, το έδαφος, τις παραδόσεις, αλλά και τις συνθήκες του χώρου (φυσική συνέχεια μη καλλιεργήσιμου βοσκότοπουμε καλλιεργήσιμη και καλλιεργούμενη γη), αποτελούσαν και αποτελούνσυγκριτικά πλεονεκτήματα για την αιγοπροβατοτροφία. Η έντονηποικιλομορφία και ιδιαίτερα η μορφολογία του εδάφους και τωνυπόλοιπων δραστηριοτήτων χαρακτηρίζουν τη δομή και την οργάνωσητης γεωργικής παραγωγής στο σύνολο της. Εξάλλου οι δραστηριότητες αυτές εξαρτώνται σε μεγάλο ποσοστό από τις εκάστοτε εδαφο-κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής που ασκούνται.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά έδωσαν την δυνατότητα η Κρήτη σήμερα ναείναι μια από τις κύριες αιγοπροβατοτροφικές περιφέρειες της Ελλάδος Το θετικό αποτέλεσμα του τρόπου χορήγησης των Ευρωπαϊκών ενισχύσεων αλλά και της διαφορετικής αξιοποίησης τουςαπό τους κτηνοτρόφους, ήταν η αύξηση του μέσου μεγέθους των εκμεταλλεύσεων σε όλες τις περιοχές της Κρήτης. Δυστυχώς η αύξηση του μεγέθους δεν συνοδεύτηκε από εκσυγχρονισμό των εκμεταλλεύσεων και προσαρμογή τους στις σύγχρονες απαιτήσεις, ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές, αλλά περιορίστηκαν καιεπαναπαύτηκαν στις επιχορηγήσεις και τις κάθε μορφής ενισχύσεις.

Χαρακτηριστικό του αποτελέσματος των παραπάνω παρεμβάσεων είναιτο γεγονός ότι, ενώ υπήρξε αύξηση των προβάτων στην Κρήτη το διάστημα 1981 – 2000 κατά 78,88% η εξέλιξη στην αύξηση τηςπαραγωγής σε γάλα (92,82%) και σε κρέας (114,44%) κάλυψε στην ουσία, μόνο την αύξηση του ζωικού κεφαλαίου. Ευτυχώς την περίοδο αυτήυπήρξε εκσυγχρονισμός του 40% των εκμεταλλεύσεων, το οποίοασφαλώς προκάλεσε αύξηση των αποδόσεων. Η ΠΕ Ρεθύμνης είναι η πρώτη ΠΕ σε εγκαταστάσεις αρμεκτικών συγκροτημάτων στην Ελλάδα και με βάση τα στοιχεία του ΕΛΓΟ κατατάσσεται στις πρώτες ΠΕ στην παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος στην Ελλάδα.

Περιορισμένα ήταν επίσης τα αποτελέσματα στην μεταποίηση και κυρίως στην τυποποίηση της παραγωγής και στην διακίνηση των γαλακτοκομικών προϊόντων.Από τις αρχές του 1980 ο τομέας της κτηνοτροφίας, αρχίζει να χάνει έδαφος στο διεθνή ανταγωνισμό και από το 1990 αρχίζει να μπαίνει σε μία παρατεταμένη κρίση, κύρια χαρακτηριστικά της οποίας είναι η στασιμότητα και οι διαρθρωτικές αδυναμίες που δυστυχώς συνεχίζουν να αποτελούν την «αχίλλειο πτέρνα», παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει. Η εύκολη λύση της πώλησης των γαλακτοκομικών και των άλλων προϊόντων της αιγοπροβατοτροφία στην Αθήνα, μια τεράστια αγορά πριντην Κρίση είχε ως αποτέλεσμα η μεταποίηση και η τυποποίηση τωνπροϊόντων της Κρήτης να μην αξιοποιήσει, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των προϊόντων που παράγονται.

Το αποτέλεσμα είναι η προστιθέμενη αξία της κτηνοτροφίας ελάχιστα να έχει βελτιωθεί αδυνατώντας ουσιαστικά να συμβάλλει στην ανάπτυξη της περιφέρειας.Χωρίς να υποτιμάται η σημασία των παραγωγικών επενδύσεων που έχουν υλοποιηθεί μέχρι σήμερα στη κτηνοτροφία και στον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων μεταποίησης, παραμένει έντονο το πρόβλημα της φθίνουσας ανταγωνιστικότητας.

Επομένως, τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα που εφαρμόστηκαν στην Κρήτη παρόλο που αναβάθμισαν σχετικά τις παραγωγικές υποδομές και ενίσχυσαν τις επενδύσεις δεν κατάφεραν τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της κτηνοτροφίας με ενίσχυση των παραδοσιακών προϊόντων και τον εκσυγχρονισμό της παραδοσιακής κτηνοτροφίας. Η προσέγγιση του προβλήματος της ανταγωνιστικότητας αναδεικνύει την κρισιμότητα, όχι μόνο του κόστους παραγωγής, αλλά και της εμπορίας,της ποιότητας, της κατάλληλης οργάνωσης της προσφοράς και της ομαλής διακίνησης των κτηνοτροφικών προϊόντων.

Η περιφέρεια δεν έχει αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα στην παραγωγή κτηνοτροφικών προϊόντων ποιότητας και δεν έχει γίνει προσπάθεια απόδειξης της ταυτότητας της τοπικότητας, της μοναδικής ποιότητα των γαλακτοκομικών προϊόντων της Περιφέρειας. Η μόνη συστηματική προσπάθεια είναι αυτή της Περιφέρεις Κρήτης με την δημιουργία και υποστήριξη μιας δυναμικής Αγροδιατροφικής Σύμπραξης της Περιφέρειας η οποία όμως χρειάζεται και τις αποδείξεις της Διαφορετικότητας. Η αύξηση της ζήτησης προϊόντων ζωικής παραγωγής είναι σημαντικά υψηλότερη από την αύξηση της παραγωγής και ο όγκος εισαγωγών έχει αυξηθεί σε βαθμό που η αξία τους αντιστοιχεί περίπου στο μισό της αξίας της συνολικής εγχώριας παραγωγής. Η εκτόπιση σημαντικού μέρους της εγχώριας παραγωγής από την εσωτερική αγορά έχει ήδη αρχίσει να πραγματοποιείται με αποτέλεσμα να κατρακυλούν οι τιμές των γαλακτοκομικών προϊόντων και του Κρέατος και επομένως και οι τιμές παραγωγού με ότι συνεπάγεται αυτό. Σημαντικά προβλήματα παραμένουν

  • Η μειωμένη ανταγωνιστικότητα λόγω αδυναμίας ανάδειξης της ποιότητας.
  • Η καθυστέρηση στην οργάνωση τόσο στην παραγωγή, όσο και στη διακίνηση και εμπορία των κτηνοτροφικών προϊόντων.
  • Η απουσία μεταποίησης – τυποποίησης πολλών από τα κτηνοτροφικά προϊόντα που παράγονται
  • Η μη ολοκλήρωση της προσπάθειας εξυγίανσης των εκτροφών των προβάτων και των αιγών και η διατήρησης της Κρήτης απαλλαγμένης από Βρουκέλλωση αφού έχει ήδη φτάσει στο επίπεδο εντοπισμού και σφαγής των θετικών ζώων, με όλες τις θετικές επιδράσεις στην προστασία της Δημόσιας Υγείας, στην ασφάλεια και στην ποιότητα των γαλακτοκομικών προϊόντων της Κρήτης.

Τα αποτελέσματα του παρόντος προγράμματος θα βοηθήσουν στην καλύτερη αξιοποίηση των αναπτυξιακών παρεμβάσεων των επενδύσεων και των υποδομών που έγιναν, τόσο στον πρωτόγεννη τομέα όσο και στην μεταποίηση παρέχοντας: .

  • Εργαλεία για την αντιμετώπιση του ανταγωνισμού που υφίστανται τα εγχώρια γαλακτοκομικά προϊόντα από τα εισαγόμενα ομοειδή, εξαιτίας της έλλειψης δυνατοτήτων εύκολης και γρήγορης ανάδειξης της διαφορετικότητας της ποιότητας και άλλων χαρακτηριστικών.
  • Εργαλεία για τον γρήγορο και εύκολο έλεγχο των ποιοτικών χαρακτηριστικών των προϊόντων κατά την παραγωγική διαδικασία
  • Εργαλεία για τον γρήγορο και εύκολο έλεγχο της ασφάλειας της πρώτης ύλης. που δίνουν την δυνατότητα για:
  • Υποστήριξη των φορέων εμπορίας των κτηνοτροφικών προϊόντων στο δύσκολο περιβάλλον του ανταγωνισμού
  • Αξιοποίηση και ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων των εδαφοκλιματικών ιδιαιτεροτήτων της Κρήτης για παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων υψηλής ποιότητας.
  • Εφαρμογή παραδοσιακών τεχνικών παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων έχοντας εξασφαλίσει την απαιτούμενη ποιότητα και ασφάλεια των προϊόντων.